γέννᾳ

γένναι , γέννα
descent
fem nom/voc pl
γέννᾱͅ , γέννα
descent
fem dat sg (doric aeolic)
γένναι , γέννα
descent
fem nom/voc pl
γέννᾱͅ , γέννα
descent
fem dat sg (doric aeolic)
γένναι , γέννας
mother's brother
masc nom/voc pl
γέννᾱͅ , γέννας
mother's brother
masc dat sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γέννα — γέννᾱ , γέννα descent fem nom/voc/acc dual γέννα descent fem nom/voc sg γέννᾱ , γέννα descent fem nom/voc/acc dual γέννᾱ , γέννα descent fem nom/voc sg (doric aeolic) γέννᾱ , γέννας mother s brother masc nom/voc/acc dual γέννας mother s… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέννα — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 540 μ., 47 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Απέχει περίπου 31 χλμ. από το Ηράκλειο. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αγίας Βαρβάρας. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 430 μ., 38… …   Dictionary of Greek

  • γέννα — η 1. ο τοκετός: Οι πόνοι της γέννας. 2. το παιδί: Δεν ενδιαφέρεται για τη γέννα της. 3. ως κύρ. όν., Γέννα, η και τα τα Χριστούγεννα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γέννα — [генна] ουσ. Θ. роды. ουσ. Θ. щедрость …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γεννᾶ — γεννάω beget pres subj act 1st sg (doric aeolic) γεννάω beget pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννᾷ — γεννάω beget pres subj mp 2nd sg γεννάω beget pres ind mp 2nd sg (epic) γεννάω beget pres subj act 3rd sg γεννάω beget pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τὸ δυσσεβὲς γὰρ ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει, σφετέρᾳ δ’εἰκότᾳ γέννᾳ. — τὸ δυσσεβὲς γὰρ ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει, σφετέρᾳ δ’εἰκότᾳ γέννᾳ. См. Вот злонравия достойные плоды …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • γέννας — γέννᾱς , γέννα descent fem acc pl γέννᾱς , γέννα descent fem gen sg (doric aeolic) γέννᾱς , γέννα descent fem acc pl γέννᾱς , γέννα descent fem gen sg (doric aeolic) γέννᾱς , γέννας mother s brother masc acc pl γέννᾱς , γέννας mother s… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γένναι — γέννα descent fem nom/voc pl γέννᾱͅ , γέννα descent fem dat sg (doric aeolic) γέννα descent fem nom/voc pl γέννᾱͅ , γέννα descent fem dat sg (doric aeolic) γέννας mother s brother masc nom/voc pl γέννᾱͅ , γέννας mother s brother masc dat sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γένναν — γέννα descent fem acc sg γέννᾱν , γέννα descent fem acc sg (doric aeolic) γέννᾱν , γέννας mother s brother masc acc sg (epic doric aeolic) γέννας mother s brother masc acc sg γέννᾱν , γεννάω beget imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) γέννᾱν …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.